nouvelliste

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
nouvelliste nouvellistes

nouvelliste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. συγγραφέας νουβέλας