νουβέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νουβέλα οι νουβέλες
      γενική της νουβέλας
    αιτιατική τη νουβέλα τις νουβέλες
     κλητική νουβέλα νουβέλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νουβέλα < ιταλική novella

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νουβέλα θηλυκό

  1. πεζό αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο με έκταση μεγαλύτερη από το διήγημα και μικρότερη από το μυθιστόρημα


Μεταφράσεις[επεξεργασία]