μυθιστόρημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mi.θiˈsto.ɾi.ma/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μυθιστόρημα ουδέτερο
- (λογοτεχνία) πεζό αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο μεγάλης έκτασης, με πολλά πρόσωπα και πλούσια πλοκή
- ※ Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)
- ※ Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου παρουσιάζονται άτομα που προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν, ή θέλουν να γνωρίσουν το μέλλον. (Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Σ. Δαμασκηνός, Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, εκδ. Σάκκουλα - Ευνομία, 2002)
- ※ Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μυθιστόρημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας