Μετάβαση στο περιεχόμενο

nuisible

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nuisible nuisibles

nuisible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nuisible nuisibles

nuisible (fr) αρσενικό