offspring

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

offspring (en) (πληθ.: offspring)

  1. (μεταφορικά) ο απόγονος, το τέκνο