Μετάβαση στο περιεχόμενο

oftiĝi

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από oftigxi)
Δείτε επίσης: oftigi

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
oftiĝi < oft- + iĝi
ρήμα oftiĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας oftiĝas oftiĝanta oftiĝata
αόριστος oftiĝis oftiĝinta oftiĝita
μέλλοντας oftiĝos oftiĝonta oftiĝota
υποθετική oftiĝus - -
προστακτική oftiĝu - -

oftiĝi (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

oftigxi, oftighi, oftig'i