Μετάβαση στο περιεχόμενο

oisiveté

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
oisiveté oisivetés

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

oisiveté (fr) θηλυκό