Μετάβαση στο περιεχόμενο

onwards

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
onwards < on + -wards

Επίρρημα

[επεξεργασία]

onwards (en) (χωρίς παραθετικά)

  • (from…onwards) από…και μετά, που συνεχίζεται από μια συγκεκριμένη στιγμή
    παράδειγμα  From her marriage onwards, she became another person.
    Από το γάμο της και μετά έγινε άλλος άνθρωπος.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]