Μετάβαση στο περιεχόμενο

ornementation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ornementation ornementations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ornementation (fr) θηλυκό