ornithologue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ornithologue ornithologues

ornithologue (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ορνιθολόγος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]