Μετάβαση στο περιεχόμενο

ornithologue

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ornithologue ornithologues

ornithologue (fr) αρσενικό ή θηλυκό


Συγγενικά

[επεξεργασία]