ορνιθολόγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορνιθολόγος ορνιθολόγοι
γενική ορνιθολόγου ορνιθολόγων
αιτιατική ορνιθολόγο ορνιθολόγους
κλητική ορνιθολόγε ορνιθολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ορνιθολόγος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική ornithologue < ὄρνις, γεν. ὄρνιθος + -λόγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ορνιθολόγος αρσενικό ή θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[]