orographique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| orographique | orographiques |
Επίθετο
[επεξεργασία]orographique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| orographique | orographiques |
orographique (fr) αρσενικό ή θηλυκό