orthodontiste
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- orthodontiste < orthodontie
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| orthodontiste | orthodontistes |
orthodontiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό