ourse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ourse ourses

ourse (fr) θηλυκό

  1. η θηλυκή αρκούδα


Δείτε επίσης[επεξεργασία]