Μετάβαση στο περιεχόμενο

outtake

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

outtake (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]