overlap
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| overlap | overlaps |
overlap (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η επικάλυψη, σύμπτωση τομέων ενδιαφέροντος, γνώσεων κτλ.
The problems are created by the overlap of responsibilities between ministries.
- Τα προβλήματα δημιουργούνται από την επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπουργείων.
An uncle shares a 25% genetic overlap.
- Ένας θείος μοιράζεται γενετική επικάλυψη 25%.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η επικάλυψη, η αλληλεπικάλυψη, η αλληλοεπικάλυψη, το ποσό με το οποίο ένα πράγμα επικαλύπτει ένα άλλο πράγμα
There is an overlap of 5 cm on each roof tile.
- Σε κάθε κεραμίδι υπάρχει επικάλυψη 5 εκατοστών.
- (μη μετρήσιμο, ενικός) η χρονική σύμπτωση, χρονική περίοδος κατά την οποία δύο γεγονότα ή δραστηριότητες συμβαίνουν μαζί
There will be an overlap of a week while John teaches Ann the job.
- Θα υπάρχει χρονική σύμπτωση μιας εβδομάδας, όσο ο Γιάννης εκπαιδεύει την Άννα στη δουλειά.
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- για κάτι του οποίου τμήμα της διάρκειας ή της επιφάνειάς του είναι κοινό με κάτι άλλο
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | overlap |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | overlaps |
| αόριστος | overlapped |
| παθητική μετοχή | overlapped |
| ενεργητική μετοχή | overlapping |
overlap (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) αλληλοκαλύπτονται, αλληλεπικαλύπτομαι, αλληλοεπικαλύπτομαι, που επικαλύπτονται το ένα το άλλο
A fish’s scales overlap (each other).
- Τα λέπια ενός ψαριού αλληλοκαλύπτονται.
The wall was built of overlapping stone slabs.
- Ο τοίχος χτίστηκε από πέτρινες πλάκες που αλληλοκαλύπτονται.
The advertisement overlaps the content of the page.
- Η διαφήμιση αλληλοεπικαλύπτεται με το περιεχόμενο της σελίδας.
The floor was protected with overlapping sheets of newspaper.
- Το πάτωμα ήταν προστατευμένο με εφημερίδες που επικαλύπτονταν η μία την άλλη.
- (μεταβατικό) επικαλύπτω, καλύπτω κάτι μερικώς από κάτι
You will need to overlap the pieces of wood slightly.
- Θα χρειαστεί να επικαλύψεις ελαφρώς τα κομμάτια ξύλου.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) συμπίπτω χρονικώς και μερικώς
It’s a shame that the two concerts overlap (each other) because I would like to go to both (of them).
- Κρίμα που συμπίπτουν οι δυο συναυλίες γιατί θα ήθελα να πάω και στις δύο.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) συμπίπτω, αλληλεπικαλύπτομαι, αλληλοεπικαλύπτομαι, επικαλύπτω ένα τμήμα του ίδιου τομέα ενδιαφέροντος, γνώσης, ευθύνης κτλ.
Our interests overlap.
- Τα ενδιαφέροντά μας συμπίπτουν.
The language of science overlaps with that of everyday life.
- Η γλώσσα της επιστήμης συμπίπτει με εκείνη της καθημερινής ζωής.
The themes of this novel overlap those explored by other writers of the period.
- Τα θέματα αυτού του μυθιστορήματος συμπίπτουν με εκείνα που εξερεύνησαν άλλοι συγγραφείς της εποχής.
The confusion arises because their responsibilities overlap.
- Η σύγχυση προκύπτει επειδή οι αρμοδιότητές τους αλληλεπικαλύπτονται.