επικάλυψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επικάλυψη επικαλύψεις
γενική επικάλυψης
& επικαλύψεως
επικαλύψεων
αιτιατική επικάλυψη επικαλύψεις
κλητική επικάλυψη επικαλύψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικάλυψη < ελληνιστική κοινή ἐπικάλυψις < αρχαία ελληνική ἐπικαλύπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επικάλυψη θηλυκό

  1. η διαδικασία, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικαλύπτω / επικαλύπτομαι
  2. το υλικό της εξωτερικής-άνω στρώσης/επικάλυψης/επίστρωσης
  3. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) βλ. συνώνυμο: υποσκελισμός μεθόδου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]