pâquerette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pâquerette pâquerettes

pâquerette (fr) θηλυκό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • au ras des pâquerettes - τιποτένιος
    la discussion est au ras des pâquerettes - η συζήτηση είναι πολύ χαμηλού επιπέδου