painter
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]painter (en)
- (επάγγελμα) ο βαφέας, ο μπογιατζής
The oil painter smeared the walls and left.
- Ο ελαιοχρωματιστής πασάλειψε τους τοίχους κι έφυγε.
- (επάγγελμα) ο ζωγράφος
My husband is a popular painter.
- Ο σύζυγός μου είναι δημοφιλής ζωγράφος.