βαφέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαφέας βαφείς
γενική βαφέα
& βαφέως
βαφέων
αιτιατική βαφέα βαφείς
κλητική βαφέα βαφείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαφέας < αρχαία ελληνική βαφεύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαφέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που βάφει, συνήθως κατ' επάγγελμα, κυρίως μέταλλα, αυτοκίνητα ή υφάσματα

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Για τους βαφείς κτηρίων είναι συνηθέστερη η ονομασία ελαιοχρωματιστής ή κοινά μπογιατζής.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]