paint
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| paint | paints |
paint (en)
- (μη μετρήσιμο) η μπογιά, το χρώμα, η βαφή, το υγρό ή άλλη ουσία για τη βαφή επιφανειών
the first coat of paint - το πρώτο στρώμα μπογιάς
If you give it a coat of paint…
- Αν το περάσεις ένα χέρι χρώμα…
- (μόνο πληθυντικός) οι μπογιές, σωλήνες χρώματος που χρησιμοποιούνται για τη ζωγραφική εικόνων
oil paints - λαδομπογιές
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | paint |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | paints |
| αόριστος | painted |
| παθητική μετοχή | painted |
| ενεργητική μετοχή | painting |
paint (en)
- (μεταβατικό) ζωγραφίζω, βάφω, χρωματίζω, καλύπτω μια επιφάνεια ή ένα αντικείμενο με μπογιά
The wall is painted with wonderful colors.
- Ο τοίχος είναι ζωγραφισμένος με υπέροχα χρώματα.
We painted the wall green.
- Βάψαμε τον τοίχο πράσινο.
The wall was half painted and half unpainted.
- Ο τοίχος ήταν μισός βαμμένος μισός άβαφος.
They painted the walls pink.
- Χρωμάτισαν τους τοίχους ροζ.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) απεικονίζω, ζωγραφίζω, φτιάχνω μια εικόνα ή ένα σχέδιο χρησιμοποιώντας μπογιά
What did you paint?
- Τι ζωγραφίσατε;
I can’t paint without my brush!
- Δεν μπορώ να ζωγραφίσω χωρίς το πινέλο μου!
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- paint (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- paint (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 161, 573, 978. ISBN 9780194325684., λήμμα: βάφω, μπογιά, χρώμα, χρωματίζω