μπογιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπογιά μπογιές
γενική μπογιάς μπογιών
αιτιατική μπογιά μπογιές
κλητική μπογιά μπογιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπογιά < τουρκική boya < οθωμανική τουρκική بویا (boya) < αρχαία τουρκική bodug < πρωτοτουρκική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɔ.ˈʝa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπογιά θηλυκό

  1. υγρό ή άλλη ουσία για τη βαφή επιφανειών (τοίχων, μεταλλικών ή ξύλινων αντικειμένων κ.λπ)· χρώμα
  2. (σχολικά είδη) μολύβι που γράφει έγχρωμα· ξυλομπογιά

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]