crayon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

crayon < γαλλική crayon

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crayon (en)

  1. κηρομπογιά



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

crayon < craie + -on

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

crayon 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crayon (fr), πληθυντικός crayons

Un crayon à papier - μολύβι (από γραφίτη).
Des crayons de couleur - μπογιές.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

stylo, feutre, plume, craie