painting

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
painting paintings

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

painting (en) θηλυκό

  1. η ζωγραφιά
  2. (μη μετρήσιμο) η ζωγραφική