Μετάβαση στο περιεχόμενο

pandemie

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Pandemie, pandémie

Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pandemie < λατινική pandemus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˌpɑn.deːˈmi/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pandemie (nl) θηλυκό



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pandemie < γαλλική pandémie

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pandemie (ro) θηλυκό



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpandɛmɪjɛ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pandemie (cs) θηλυκό