πανδημία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πανδημία < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική pandemia < αρχαία ελληνική πανδημία < πάνδημος + -ία < πᾶν + δῆμος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pan.ðiˈmi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : παν‐δη‐μί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πανδημία θηλυκό
- (ιατρική, επιδημιολογία) επιδημία που έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη χώρα ή ευρύτερα σε χώρες γεωγραφικής περιοχής ακόμα και ηπείρου (π.χ. η γρίπη)
- ※ Μέσα στην πανδημία, ούτε οι τράπεζες ήθελαν να επενδύσουν σε καινούριο τονάζ ούτε οι πλοιοκτήτες ή τα funds είχαν τη διάθεση να επενδύσουν στη θάλασσα. (Σίμος Παληός, Μάκης Προβατάς, Η θάλασσα είναι δρόμος. Για την ελληνική ναυτοσύνη του χτες και του αύριο, εκδ. Πατάκης, 2025)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- μεταπανδημικός
- πανδημικός
- προπανδημικός
- → δείτε τις λέξεις πας και δήμος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
πανδημία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πανδημία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Επιδημιολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)