πας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pas/

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

πας: κλιτικός τύπος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

πας

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

πας < αρχαία ελληνική πᾶς

Αντωνυμία[επεξεργασία]

πας, πάσα, παν

  • (επιμεριστική αντωνυμία που λειτουργεί και ως επίθετο) κάθε, όλος. Δεν έχει πια ευρεία χρήση, με εξαίρεση παροιμιακές εκφράσεις και ειδικές ορολογίες, όπως της εκκλησιαστικής
  1. Απαγορεύεται η είσοδος εις πάντας τους μη έχοντας εργασίαν
  2. Ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών
  3. Αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω
  4. Παν μέτρον άριστον
  5. Πρέπει να αναφέρεται παν ξένο αντικειμενο
  6. Ισχυει για πάντα τα μέλη (όλα τα μέλη)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

ειδικά το ουδέτερο πάν, αλλά δευτερευόντως και το αρσενικό πας, από τη γενική πάντων, την ονομαστική αλλά και τη δοτική πᾶσι, αποτελούν το πρώτο συνθετικό πολλών λέξων δίνοντας την έννοια του συνολικού, του όλου ή του υπερθετικού βαθμού

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Παν και το παν και πᾶς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]