Μετάβαση στο περιεχόμενο

πανάσχημος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πανάσχημος η πανάσχημη το πανάσχημο
      γενική του πανάσχημου της πανάσχημης του πανάσχημου
    αιτιατική τον πανάσχημο την πανάσχημη το πανάσχημο
     κλητική πανάσχημε πανάσχημη πανάσχημο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πανάσχημοι οι πανάσχημες τα πανάσχημα
      γενική των πανάσχημων των πανάσχημων των πανάσχημων
    αιτιατική τους πανάσχημους τις πανάσχημες τα πανάσχημα
     κλητική πανάσχημοι πανάσχημες πανάσχημα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πανάσχημος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πανάσχημος[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈna.sçi.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πανάσχημος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πανάσχημος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πανάσχημος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πανάσχημος η πανάσχημη το πανάσχημο
      γενική του πανάσχημου της πανάσχημης του πανάσχημου
    αιτιατική τον πανάσχημο την πανάσχημη το πανάσχημο
     κλητική πανάσχημε πανάσχημη πανάσχημο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πανάσχημοι οι πανάσχημες τα πανάσχημα
      γενική των πανάσχημων των πανάσχημων των πανάσχημων
    αιτιατική τους πανάσχημους τις πανάσχημες τα πανάσχημα
     κλητική πανάσχημοι πανάσχημες πανάσχημα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πανάσχημος < λόγιος σχηματισμός παν- + ἄσχημος κατά το αντώνυμο πανέμορφος[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈna.sçi.mos/ (15ος μ.Χ. αιώνας Κωνσταντινουπολίτικη)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πανάσχημος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πανάσχημος, -η, -ο(ν)

  1. πάρα πολύ άσχημος, αποκρουστικός
    παράδειγμα πανάσχημη, χοντρόχειλη, χαμηλοφρύδα
          Ερωτοπ. 326
  2. (μεταφορικά) πολύ δυσάρεστος
    παράδειγμα ἀκούσατε οἱ πάντες … πανάσχημα καὶ ἄχρηστα σημεῖα
          Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 703

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πανάσχημος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. πανάσχημος -  Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].