παντέρημος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παντέρημος < πάντα + έρημος (μάλλον μεσαιωνικός σχηματισμός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παντέρημος

  1. (για άτομο) ολομόναχος
    ήταν παντέρημος ο ορφανός
  2. (για χώρο) ολόαδειος και εγκαταλελειμμένος
    βρήκε το θέατρο παντέρημο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]