pander

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pander (en)

  1. προαγωγός
  2. η μεσολάβηση για προσφορά σεξ έναντι χρημάτων

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

pander (en)

  1. ενεργώ ως προαγωγός
  2. κολακεύω, απευθύνομαι στις αδυναμίες και τα ελαττώματα κάποιου