Μετάβαση στο περιεχόμενο

pantofola

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pantofola pantofole

pantofola (it)