parente

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

parente (pt) < λατινικό parens

ενικός πληθυντικός
parente parentes

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

parente (pt)

  1. ο συγγενής

Επίθετο[επεξεργασία]

parente (pt)

  1. ο,η συγγενής (π.χ. συγγενής γλώσσα), ο συγγενικός