Μετάβαση στο περιεχόμενο

parody

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
parody parodies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

parody (en)