Μετάβαση στο περιεχόμενο

pelos

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

pelos (eo)

  • μέλλοντας του ρήματος peli



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pelos < πρόθεση por + άρθρο os

Συγχώνευση

[επεξεργασία]

pelos (pt)