permeable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: perméable

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

permeable < λατινική permeabilis

Επίθετο[επεξεργασία]

permeable (en)

  1. διαπερατός, (ιδιαίτερα) υδατοπερατός
    Rainwater sinks through permeable rock to form an underground reservoir.


Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]