pessimism
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- η απαισιοδοξία, ψυχική κατάσταση που προέρχεται από την προδιάθεση να βλέπει κανείς μόνο την άσχημη πλευρά των πραγμάτων
There is general pessimism over the development of the political situation.
- Γενική είναι η απαισιοδοξία για την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης.
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη pessimist