Μετάβαση στο περιεχόμενο

pessimism

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pessimism (en) (μη μετρήσιμο)

  • η απαισιοδοξία, ψυχική κατάσταση που προέρχεται από την προδιάθεση να βλέπει κανείς μόνο την άσχημη πλευρά των πραγμάτων
    παράδειγμα  There is general pessimism over the development of the political situation.
    Γενική είναι η απαισιοδοξία για την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]