phony
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | phony |
| συγκριτικός | phonier |
| υπερθετικός | phoniest |
phony (en)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| phony | phonies |
phony (en)
- ο απατεώνας, η απατεώνισσα
I don’t like phonies.
- Δε μου αρέσουν οι δήθεν.