plante

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

plante 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
plante plantes

plante (fr) θηλυκό

  1. το φυτό
  2. το πέλμα
  3. (οικείο) το λάθος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • c'est une belle plante: είναι μια ομορφιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: planter