plecy

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈplɛʦ̑ɨ/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

plecy (pl) μη αρρενοπροσωπικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. η πλάτη με τις έννοιες:
    (ανατομία) το πίσω μέρος του ανθρώπινου σώματος από τη μέση μέχρι τον αυχένα
    το πίσω μέρος κάποιου ρούχου
    (μεταφορικά) οι πλάτες (η υποστήριξη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]