poids lourd
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| poids lourd | poils lourds |
poids lourd (fr) αρσενικό
- η νταλίκα
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| poids lourd | poils lourds |
poids lourd (fr) αρσενικό