νταλίκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νταλίκα οι νταλίκες
      γενική της νταλίκας των νταλικών
    αιτιατική την νταλίκα τις νταλίκες
     κλητική νταλίκα νταλίκες
Παράρτημα:Ουσιαστικά
μια νταλίκα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νταλίκα < τουρκική talika (κάρο) (πλέον παρωχημένο) < ρωσική тележка (κάρο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νταλίκα θηλυκό

  1. μεγάλο φορτηγό με ρυμουλκούμενη καρότσα
  2. μηχανοκίνητο όχημα κατάλληλο για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]