κάρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : καρό

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάρο κάρα
γενική κάρου κάρων
αιτιατική κάρο κάρα
κλητική κάρο κάρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάρο < ιταλική carro < λατινική carrus < γαλατικά karros < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kr̥s-o- < *k̑ers- (τρέχω) (4. αγγλική car)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάρο ουδέτερο και κάρρο

  1. όχημα για μεταφορά πραγμάτων με δύο ή, συνήθως, με τέσσερεις τροχούς που σπρώχνεται ή τραβιέται από ζώα
    συνώνυμα: καρότσι
  2. (ειρωνικά) για μέσο μεταφοράς που είναι αργοκίνητο και γενικά σε κακή κατάσταση
  3. (μειωτικά) (λαϊκότροπο) απαξιωτικός χαρακτηρισμός για άνθρωπο
  4. (ιδιωματικό) (ελληνοαμερικάνικα) αυτοκίνητο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]