κάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάρα κάρες
γενική κάρας καρών
αιτιατική κάρα κάρες
κλητική κάρα κάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάρα < ελληνιστική κοινή κάρα (θηλυκό) < αρχαία ελληνική κάρα (ουδέτερο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάρα θηλυκό

  1. κεφαλή ιερού λειψάνου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱrhesn. Πρβ. λατινικό cerebrum (εγκέφαλος, κρανίο), σανσκριτικό शिरस् (śiras), περσικόسر (sær) (κεφάλι), γερμανικό Hirn (εγκέφαλος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάρα άκλιτο (ελληνιστική κοινή: θηλυκό· αρχαία ελληνική : ουδέτερο)

  1. κεφάλι
  2. άνω άκρο
  3. κορυφή
  4. χείλος ποτηριού
  5. (συνεκδοχικά) πρόσωπο, άνθρωπος
    ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα (Σοφοκλής, Αντιγόνη, 1)
    πολυαγαπημένη μου αδερφή Ισμήνη

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]