Μετάβαση στο περιεχόμενο

λείψανο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λείψανο τα λείψανα
      γενική του λείψανου
& λειψάνου
των λείψανων
& λειψάνων
    αιτιατική το λείψανο τα λείψανα
     κλητική λείψανο λείψανα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Λείψανο στον Καθεδρικό Ναό Αλεξάντρ Νέβσκι, Γεκατερίνμπουρκ, Ρωσία

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λείψανο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λείψανον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈli.psa.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λείψανο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λείψανο ουδέτερο

  1. το απομεινάρι, ό,τι απέμεινε από ένα παλιό κτήριο, αντικείμενο κλπ ή (μεταφορικά) από έναν αρχαίο πολιτισμό
  2. το νεκρό σώμα, ιδίως ενός αγίου
    παράδειγμα  το λείψανο του Αγίου τέθηκε για προσκύνημα από τους πιστούς
      Ἔ! ναι, δέν ἀπόθανε ὁ χτικιάρης, κι ἂς τὸ περίμενε ὅλος ὁ ντουνιάς. Μπορεῖ νὰ πάθανε ἄλλοι κι ἄλλοι, νὰ μισερευτήκανε γεροὶ ἀνθρῶποι, μὰ αὐτός, αὐτὸ τὸ σάψαλο, τὸ λείψανο αὐτό, ἁρπάχτηκε ἀπ' τὸ τελευταῖο κλαράκι τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἔλεγε νὰ πέσει (Μενέλαος Λουντέμης, Γλυκοχάραμα Διηγήματα 3η έκδοση, εκδ. Δορικός, 1965, σελ. 28)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]