λείψανο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | λείψανο | τα | λείψανα |
| γενική | του | λείψανου & λειψάνου |
των | λείψανων & λειψάνων |
| αιτιατική | το | λείψανο | τα | λείψανα |
| κλητική | λείψανο | λείψανα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λείψανο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λείψανον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈli.psa.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λεί‐ψα‐νο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λείψανο ουδέτερο
- το απομεινάρι, ό,τι απέμεινε από ένα παλιό κτήριο, αντικείμενο κλπ ή (μεταφορικά) από έναν αρχαίο πολιτισμό
- το νεκρό σώμα, ιδίως ενός αγίου
το λείψανο του Αγίου τέθηκε για προσκύνημα από τους πιστούς- ※ Ἔ! ναι, δέν ἀπόθανε ὁ χτικιάρης, κι ἂς τὸ περίμενε ὅλος ὁ ντουνιάς. Μπορεῖ νὰ πάθανε ἄλλοι κι ἄλλοι, νὰ μισερευτήκανε γεροὶ ἀνθρῶποι, μὰ αὐτός, αὐτὸ τὸ σάψαλο, τὸ λείψανο αὐτό, ἁρπάχτηκε ἀπ' τὸ τελευταῖο κλαράκι τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἔλεγε νὰ πέσει (Μενέλαος Λουντέμης, Γλυκοχάραμα Διηγήματα 3η έκδοση, εκδ. Δορικός, 1965, σελ. 28)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)