λείψανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λείψανο λείψανα
γενική λειψάνου
& λείψανου
λειψάνων
& λείψανων
αιτιατική λείψανο λείψανα
κλητική λείψανο λείψανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λείψανο < αρχαία ελληνική λείψανον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.psa.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λείψανο ουδέτερο

  1. το απομεινάρι, ό,τι απέμεινε από ένα παλιό κτήριο, αντικείμενο κλπ ή (μεταφορικά) από έναν αρχαίο πολιτισμό
  2. το νεκρό σώμα, ιδίως ενός αγίου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]