καριόλης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καριόλης καριόληδες
γενική καριόλη καριόληδων
αιτιατική καριόλη καριόληδες
κλητική καριόλη καριόληδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυδαία αργκό

καριόλης < θηλ.: < καριόλα, η (δες λ.)· αρσ.: καριόλ(α) -ης (αναδρ. σχημ.)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καριόλης αρσενικό

  1. (υβριστικά) κατάπτυστο ή πολύ δυσάρεστο πρόσωπο, ανήθικος άνδρας

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Βαρύτατη βρισιά. Σπάνια χρησιμοποιείται και φιλικά (φιλικός σαρκασμός) σε λαϊκές κυρίως γειτονιές.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]