poker

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poker (en)

  1. σιδερένιο ραβδί για τη διευθέτηση των ξύλων στο τζάκι
  2. το πόκερ



      ενικός         πληθυντικός  
poker pokers

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poker (fr) αρσενικό