pollo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

ένα αρσενικό κοτόπουλο (κόκορας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pollo (it)

  1. (ζωολογία) κοτόπουλο
  2. (γαστρονομία) φαγητό με βάση το κοτόπουλο
  3. (ειρωνικό) κάποιος αφελής και εύπιστος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]