Μετάβαση στο περιεχόμενο

potion

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
potion potions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

potion (en)

  • το φίλτρο, το παρασκεύασμα
    παράδειγμα  a love/magic potion - ερωτικό/μαγικό φίλτρο



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

potion (fr) θηλυκό