privatif

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό privatif privatifs
θηλυκό privative privatives

privatif (fr)

  1. (νομικός όρος) αποκλειστικός
  2. (για χώρο) που ανήκει σε κάποιον αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάποιον άλλον
  3. (γραμματική) που εκφράζει την έλλειψη ενός χαρακτηριστικού