progéniture

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

progéniture < λατινική progenitor {πρόγονος} < progignere (γεννώ, τίκτω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

progéniture (fr) θηλυκό

  1. τα παιδιά

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]